| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.191.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκαθιστώ |
0,06 sec. |
|
αποκαθιστώ rehabilitate, recondition, reinstate, remedy, restitute, restore يَسْتَرد obnovit genskabe wiederherstellen restablecer kunnostaa rétablir obnoviti restaurare 修復する 복원하다 herstellen gjenopprette przywrócić restaurar восстанавливать återställa ซ่อมแซมให้สู่สภาพเดิม restore etmek phục hồi lại 恢复 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|