αποκαλυπτικός

(προωθήθηκε από αποκαλυπτικό)
Μεταφράσεις

αποκαλυπτικός

(apokalipti'kos) αρσενικό

αποκαλυπτική

(apokalipti'ci) θηλυκό

αποκαλυπτικό

apocalyptiqueapocalyptic (apokalipti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που φανερώνει κτ κρυφό αποκαλυπτικό άρθρο
2. τολμηρός αποκαλυπτικά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close