| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.493.414 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκαρδιωτικός |
0,01 sec. |
|
αποκαρδιωτικός επίθ α / θ / ουδ αποκαρδιωτικός, αποκαρδιωτική, αποκαρδιωτικό [apokarðjoti'kos, apokarðjoti'ci, apokarðjoti'ko] αποθαρρυντικός décourageant/-ante αποκαρδιωτικά λόγια des paroles décourageantes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|