| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.283.429 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποκατάσταση |
0,01 sec. |
|
|
αποκατάσταση recovery, rectification, reinstatement, reparation, restoration rectification, réhabilitation, réparation, restauration restauro восстановление restauratie restauração restauración 恢复 恢復 restaurování restaurering 복원 restaurering
ουσ θ αποκατάσταση [apoka'tastasi] 1 επιδιόρθωση réparation αποκατάσταση ζημιών la réparation des dégâts 2 βελτίωση progrès αποκατάσταση σχέσεων le rétablissement des relations αποκατάσταση της υγείας le rétablissement de la santé 3 εξασφάλιση rétablissement επαγγελματική αποκατάσταση le rétablissement professionnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|