| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.267.060 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκατάσταση |
0,02 sec. |
|
αποκατάσταση recovery, rectification, reinstatement, reparation, restoration rectification, réhabilitation, réparation, restauration ουσ θ αποκατάσταση [apoka'tastasi] 1 επιδιόρθωση réparation αποκατάσταση ζημιών la réparation des dégâts 2 βελτίωση progrès αποκατάσταση σχέσεων le rétablissement des relations αποκατάσταση της υγείας le rétablissement de la santé 3 εξασφάλιση rétablissement επαγγελματική αποκατάσταση le rétablissement professionnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|