αποκλείω

Μεταφράσεις

αποκλείω

exclude, preclude, ban, eliminate, disqualify, rule outيَحْرُمُ, يَسْتَبْعِدُ, يَسْتَثْنيdiskvalifikovat, vyloučitdiskvalificere, udelukkeausschließen, disqualifizierenexcluir, descalificar, descartardiskata, sulkea poisdisqualifier, éliminer, exclurediskvalificirati, isključitiescludere, squalificare・・・の資格を取り上げる, 可能性を排除する, 除外する실격시키다, 제외하다diskwalificeren, uitsluitendiskvalifisere, utelukke, utestengeprzekreślić, wyłączyć, zdyskwalifikowaćexcluir, descartar, desqualificarдисквалифицировать, исключать, отвергатьavfärda, diskvalificera, uteslutaแยกออกไป, ไม่ยอมรับ, ตัดสิทธิเพราะฝ่าฝืนกฎหรือไม่มีคุณสมบัติdışında tutmak, hesaba katmamak, yasaklamakloại ra, loại trừ排除, 取消资格排除 (apo'klio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δε λαμβάνω καθόλου υπόψη μου αποκλείω την πιθανότητα να
2. απομονώνω, αποβάλλω αποκλείω κπ από ομάδα
3. αφαιρώ δικαίωμα συμμετοχής αποκλείω μια ομάδα αποκλείω αντίπαλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close