αποκλεισμένος

Μεταφράσεις

αποκλεισμένος

marooned, stranded, blocked

αποκλεισμένος

مَسْدُود

αποκλεισμένος

zablokovaný

αποκλεισμένος

spærret

αποκλεισμένος

verstopft

αποκλεισμένος

bloqueado

αποκλεισμένος

tukossa

αποκλεισμένος

bloqué

αποκλεισμένος

začepljen

αποκλεισμένος

bloccato

αποκλεισμένος

封鎖された

αποκλεισμένος

막힌

αποκλεισμένος

geblokkeerd

αποκλεισμένος

blokkert

αποκλεισμένος

blokowany

αποκλεισμένος

bloqueado

αποκλεισμένος

закупоренный

αποκλεισμένος

blockerad

αποκλεισμένος

ที่กีดขวาง

αποκλεισμένος

tıkalı

αποκλεισμένος

bị phong tỏa

αποκλεισμένος

封锁的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close