| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.295.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποκλεισμός |
0,01 sec. |
|
|
αποκλεισμός Ausschluss, Verstopfung blockade, elimination, exclusion, ban, blockage élimination, exclusion, blocage انسداد blokáda blokering bloqueo tukos začepljenje blocco 封鎖 봉쇄 verstopping blokkering blokada obstrução блокировка blockering การปิดล้อม tıkanıklık chướng ngại vật 封锁
ουσ α αποκλεισμός [apokli'zmos] 2 απομόνωση exclusion κοινωνικός αποκλεισμός une exclusion sociale 3 αποβολή élimination αποκλεισμός παίκτη l'élimination d'un joueur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|