| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.296.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποκλειστικός |
0,03 sec. |
|
|
αποκλειστικός exclusive
επίθ α / θ / ουδ αποκλειστικός, αποκλειστική, αποκλειστικό [apoklisti'kos, apoklisti'ci, apoklisti'ko] που έχει το μονοπώλιο exclusif/-ive αποκλειστικός αντιπρόσωπος un représentant exclusif αποκλειστικά νέα des nouvelles exclusives Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|