αποκοιμιέμαι

Μεταφράσεις

αποκοιμιέμαι

يَبْدَأُ بِالنَوْمِ الـخَفِيفzdřímnout (si)døse heneinnickendoze offadormecerse, dormirsetorkahtaas’assoupirzadrijematiaddormentarsiまどろむ깜박 잠들다induttenduppe avprzysnąćcochilar, passar pelas brasasзадрематьslumra tillงีบหลับไปuyuyakalmakngủ lơ mơ打盹儿 (apoci'mɲeme)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
με παίρνει ο ύπνος Αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close