| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.720.904 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκοιμιέμαι |
0,02 sec. |
|
αποκοιμιέμαι يَبْدأ بالنوم الخفيف αποκοιμιέμαι zdřímnout (si) αποκοιμιέμαι døse hen αποκοιμιέμαι einnicken αποκοιμιέμαι doze off αποκοιμιέμαι adormecerse αποκοιμιέμαι torkahtaa αποκοιμιέμαι s’assoupir αποκοιμιέμαι zadrijemati αποκοιμιέμαι addormentarsi αποκοιμιέμαι まどろむ αποκοιμιέμαι 깜박 잠들다 αποκοιμιέμαι indutten αποκοιμιέμαι duppe av αποκοιμιέμαι przysnąć αποκοιμιέμαι cochilar, passar pelas brasas αποκοιμιέμαι задремать αποκοιμιέμαι slumra till αποκοιμιέμαι งีบหลับไป αποκοιμιέμαι uyuyakalmak αποκοιμιέμαι ngủ lơ mơ αποκοιμιέμαι 打盹儿 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|