| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.602.302 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποκρουστικός |
0,01 sec. |
|
αποκρουστικός hideous, atrocious, horrible, revolting ثائر, رهيب odporný, strašný frygtelig, modbydelig scheußlich horrible, repugnante ällöttävä, kauhea horrible, révoltant gnusan, strašan orribile, rivoltante 実にひどい, 実に嫌な 끔찍한, 역하게 하는 vreselijk, walgelijk fryktelig, opprørsk oburzający, straszny horrível, revoltante отвратительный, ужасный hemsk, upprörande น่ารังเกียจ, น่าสยดสยอง iğrenç, korkunç khủng khiếp, kinh tởm 令人厌恶的, 恐怖的 επίθ α / θ / ουδ αποκρουστικός, αποκρουστική, αποκρουστικό [apokrusti'kos, apokrusti'ci, apokrusti'ko] απωθητικός, αηδιαστικός repoussant/-anterépugnant/-ante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|