αποκτώ

(προωθήθηκε από αποκτάω)
Μεταφράσεις

αποκτώ

(apo'kto)

αποκτάω

acquire, gain, get, obtainacquérir (apo'ktao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. έχω στην κατοχή μου αποκτώ σπίτι αποκτώ δίπλωμα
2. κάνω, δημιουργώ αποκτώ παιδί αποκτώ εχθρούς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close