αποκόπτω

Μεταφράσεις

αποκόπτω

amputer, couper

αποκόπτω

يَقْطَعُ

αποκόπτω

uříznout

αποκόπτω

skære af

αποκόπτω

abschneiden

αποκόπτω

cut off

αποκόπτω

cortar

αποκόπτω

leikata

αποκόπτω

odsjeći

αποκόπτω

tagliar via

αποκόπτω

切り離す

αποκόπτω

잘라 버리다

αποκόπτω

afsnijden

αποκόπτω

kappe av

αποκόπτω

odciąć

αποκόπτω

cortar, interromper

αποκόπτω

отрезать

αποκόπτω

skära av

αποκόπτω

ตัดทิ้ง

αποκόπτω

kesmek

αποκόπτω

cắt đứt

αποκόπτω

中断
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close