| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.071.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολίθωμα |
0,03 sec. |
|
απολίθωμα Versteinerung fossil ουσ ουδ απολίθωμα [apo'liθoma] οργανισμός που έχει γίνει πέτρα fossile Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|