Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.253.273 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απολίτιστος
(προωθήθηκε από απολίτιστο)

0,06 sec.
απολίτιστος uncivilized incivil, pas civilisé, barbare غير متحضر necivilizovaný uciviliseret unzivilisiert incivilizado sivistymätön neciviliziran incivile 未開の 야만적인 onbeschaafd usivilisert niecywilizowany não civilizado нецивилизованный ocivilicerad ซึ่งไร้อารยธรรม ilkel chưa được khai hóa 不文明的
επίθ απολίτιστος, απολίτιστη, απολίτιστο [apo'litistos, apo'litisti, apo'litisto]
1 που δεν είναι πολιτισμένος non civilisé/-éebarbare
απολίτιστη κοινωνία une société qui n'est pas civilisée
2 που φέρεται απολίτιστα sauvagebarbare
Είναι απολίτιστος. C'est un sauvage.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.