| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.580.602 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολαμβάνω |
0,03 sec. |
|
απολαμβάνω enjoy, relish يَستمتِع ب těšit (se) z čeho nyde genießen disfrutar nauttia apprécier uživati divertirsi 楽しむ 즐기다 genieten nyte ucieszyć się curtir, desfrutar получать удовольствие (от чего-либо) ha roligt สนุกสนาน hoşlanmak vui thích 享受 ρ μετβ απολαμβάνω [apolam'vano] ευχαριστιέμαι savourertirer plaisir (de) απολαμβάνω το φαγητό savourer la nourriture Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|