Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.406.088 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απολαυστικός
(προωθήθηκε από απολαυστική)

0,02 sec.
απολαυστικός delectable, delightful, enjoyable سار جداً, ممتع příjemný, slastný behagelig, herlig entzückend, erfreulich ameno, encantador ihastuttava, nautittava appréciable, charmant divan, zabavan delizioso, divertente 楽しい 매우 기쁜, 즐길 수 있는 plezierig, verrukkelijk skjønn, underholdende przemiły, zachwycający agradável, encantador восхитительный, приятный förtjusande, trevlig ที่สนุกสนาน, น่าปิติยินดี keyif verici, zevkli thú vị, vui vẻ 令人愉快的, 令人高兴的
επίθ α / θ / ουδ απολαυστικός, απολαυστική, απολαυστικό [apolafsti'kos, apolafsti'ci, apolafsti'ko]
1 που δίνει ευχαρίστηση délicieux/-ieuseexquis/-ise
απολαυστικό έργο un film exquis
2 με πολύ ευχάριστη γεύση savoureux/-eusedélicieux
απολαυστικό γεύμα un repas savoureux


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.