απολαυστικός

(προωθήθηκε από απολαυστική)
Μεταφράσεις

απολαυστικός

(apolafsti'kos) αρσενικό

απολαυστική

(apolafsti'ci) θηλυκό

απολαυστικό

delectable, delightful, enjoyableمـُمْتِعpříjemný, rozkošnýbehagelig, herligentzückend, erfreulichameno, encantadorihastuttava, nautittavaappréciable, charmantdivan, zabavandelizioso, divertente楽しい매우 기쁜, 즐길 수 있는plezierig, verrukkelijkskjønn, underholdendeprzemiły, zachwycającyagradável, encantadorвосхитительный, приятныйförtjusande, trevligที่สนุกสนาน, น่าปิติยินดีkeyif verici, zevklithú vị, vui vẻ令人愉快的, 令人高兴的 (apolafsti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δίνει ευχαρίστηση απολαυστικό έργο
2. με πολύ ευχάριστη γεύση απολαυστικό γεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close