απολογητικός

(προωθήθηκε από απολογητική)
Μεταφράσεις

απολογητικός

(apoloʝiti'kos) αρσενικό

απολογητική

(-'c-i) θηλυκό

απολογητικό

(apoloʝiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που φαίνεται ένοχος απολογητικό γράμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close