| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.315.937 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απολογητικός |
0,02 sec. |
|
|
απολογητικός
επίθ α / θ / ουδ απολογητικός, απολογητική, απολογητικό [apoloʝiti'kos, -'c-i, apoloʝiti'ko] που φαίνεται ένοχος justificatif/-ive απολογητικό γράμμα une lettre justificative Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|