| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.486.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολυτήριο |
0,02 sec. |
|
απολυτήριο baccalauréat ουσ ουδ απολυτήριο [apoli'tirio] πιστοποιητικό λήξης σπουδών diplôme de fin d'étudesbaccalauréat παίρνω το απολυτήριό μου obtenir son diplôme de fin d'études Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|