| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.600.502 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολυταρχικός |
0,03 sec. |
|
απολυταρχικός autoritário authoritarian επίθ α / θ / ουδ απολυταρχικός, απολυταρχική, απολυταρχικό [apolitarçi'kos, apolitarçi'ci, apolytarçi'ko] δικτατορικός totalitaire απολυταρχικό καθεστώς un régime totalitaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|