| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.496.951 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολύω |
0,02 sec. |
|
απολύω discharge, dismiss, fire, sack يَصْرِفْ propustit afvise entlassen despedir erottaa työstä renvoyer otpustiti licenziare 解雇する 해고하다 ontslaan avskjedige zwolnić demitir увольнять avskeda ปลดออกจากตำแหน่ง işten çıkarmak sa thải 解散 ρ μετβ απολύω [apo'lio] ρ μεσοπαθ απολύομαι [apo'liome] être licencié/-éeêtre remercié/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|