Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.861.801 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

απολύτως

0,02 sec.
απολύτως absolutely, dead, quite
απολύτως تماماً, فعلا
απολύτως docela, nesmírně
απολύτως nøjagtig, temmelig
απολύτως völlig, ziemlich
απολύτως absolutamente, completamente
απολύτως aivan, todella
απολύτως plutôt, totalement
απολύτως mrtvo, prilično
απολύτως abbastanza, assolutamente
απολύτως かなり, 全く
απολύτως 상당히, 완전히
απολύτως helemaal, volkomen
απολύτως død, ganske
απολύτως całkiem, całkowicie
απολύτως completamente
απολύτως döds-, ganska
απολύτως ค่อนข้างจะ, อย่างแน่นอน
απολύτως oldukça, ölü
απολύτως hoàn toàn, khá
απολύτως 相当, 绝对地


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.