| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.459.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απολύω προσωρινά |
0,02 sec. |
|
απολύω προσωρινά يُسَرح العمال مؤقتاً απολύω προσωρινά vysadit z práce απολύω προσωρινά afskedige απολύω προσωρινά entlassen απολύω προσωρινά lay off απολύω προσωρινά dejar απολύω προσωρινά lomauttaa απολύω προσωρινά licencier απολύω προσωρινά otpustiti απολύω προσωρινά licenziare απολύω προσωρινά 一時解雇する απολύω προσωρινά 일시 해고하다 απολύω προσωρινά ontslaan απολύω προσωρινά permittere απολύω προσωρινά zwolnić απολύω προσωρινά временно увольнять απολύω προσωρινά säga upp απολύω προσωρινά เลิกจ้างงาน απολύω προσωρινά işten çıkarmak απολύω προσωρινά cho thôi việc απολύω προσωρινά 解雇 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|