| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.893.330.591 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απομάκρυνση |
0,01 sec. |
|
|
απομάκρυνση removal éloignement
ουσ θ απομάκρυνση [apo'makrinsi] μετακίνηση μακριά από κπ σημείο éloignement; mise à l'écart η απομάκρυνση των ξένων l'éloignement d'étrangers η απομάκρυνση των σκουπιδιών la mise à l'écart des déchets Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|