απομονωμένος

(προωθήθηκε από απομονωμένο)
Μεταφράσεις

απομονωμένος

(apomono'menos) αρσενικό

απομονωμένη

(apomono'meni) θηλυκό

απομονωμένο

isolated, secludedisoléمَعْزُولٌizolovanýisoleretisoliertaisladoeristynytizoliranisolato孤立した격리된geïsoleerdisolertizolowanyisoladoизолированныйisoleradโดดเดี่ยวsoyutlanmışbiệt lập孤立的изолирани (apomono'meno) ουδέτερο
επίθετο
ξεκομμένος, μόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close