απομονώνω

Μεταφράσεις

απομονώνω

isolate, secludeisoler (apomo'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεκόβω, απομακρύνω απομονώνω έναν άρρωστο Απομόνωσα το σκύλο στο υπόγειο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close