| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.697.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποπαίρνω |
0,02 sec. |
|
αποπαίρνω nag, reprehend, check off, tick off يُاَنِب شخصا zatrhnout sætte hak ved abhaken echar la bronca, reñir ruksata cocher označiti kvačicom spuntare チェックする 체크하다 afvinken krysse av odhaczyć w tekście assinalar отмечать галочкой bocka av ทำเครื่องหมายขีดออก imlemek đánh dấu 用记号勾出 ρ μετβ αποπαίρνω [apo'perno] μιλάω απότομα parler brusquement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|