αποπειρώμαι

Μεταφράσεις

αποπειρώμαι

attempt, bid (apopi'rome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
δοκιμάζω Αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close