αποπνικτικός

Μεταφράσεις

αποπνικτικός

stifling, stuffy, suffocating, sultry

αποπνικτικός

étouffant, suffocant

αποπνικτικός

خَانِق

αποπνικτικός

dusný

αποπνικτικός

kvælende

αποπνικτικός

stickig

αποπνικτικός

sofocante

αποπνικτικός

tukahduttava

αποπνικτικός

zagušljiv

αποπνικτικός

soffocante

αποπνικτικός

むっとする

αποπνικτικός

숨막히는 듯한

αποπνικτικός

verstikkend

αποπνικτικός

kvelende

αποπνικτικός

duszący

αποπνικτικός

sufocante

αποπνικτικός

душный

αποπνικτικός

kvävande

αποπνικτικός

ร้อนและอบ

αποπνικτικός

boğucu

αποπνικτικός

ngột ngạt

αποπνικτικός

沉闷的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close