| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.007.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
απορία |
0,02 sec. |
|
|
απορία aporia, destitution, pauperism, question, wonder, query Frage تساؤل dotaz forespørgsel consulta kysymys interrogation upit richiesta 疑問 의문 verzoek forespørsel zapytanie pergunta вопрос förfrågan คำถาม soru thắc mắc 疑问, 问题 問題
ουσ θ απορία [apo'ria] 1 ερώτηση, δίλημμα question; point obscur λύνω μια απορία répondre à une question/éclaircir un point obscur 2 έκπληξη perplexité; incertitude κοιτάζω κπ με απορία regarder qqn avec perplexité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|