| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.510.000 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απορία |
0,02 sec. |
|
απορία aporia, destitution, pauperism, question, wonder, query Frage تساؤل dotaz forespørgsel consulta kysymys interrogation upit richiesta 疑問 의문 verzoek forespørsel zapytanie pergunta вопрос förfrågan คำถาม soru thắc mắc 疑问 ουσ θ απορία [apo'ria] 1 ερώτηση, δίλημμα question; point obscur λύνω μια απορία répondre à une question/éclaircir un point obscur 2 έκπληξη perplexité; incertitude κοιτάζω κπ με απορία regarder qqn avec perplexité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|