| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.612.208 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απορρίπτω |
0,03 sec. |
|
απορρίπτω reject, discard, disclaim, turn down rejeter, refuser يَأْبَى, يَقْلِب رأسا على عقب odmítnout, ztlumit afslå, afvise herunterdrehen, zurückweisen bajar, rechazar torjua, vähentää äänen voimakkuutta odbiti, stišati declinare, rifiutare 小さくする, 拒否する 거절하다 afwijzen avvise, forkaste odrzucić, opaść abaixar, baixar, rejeitar отказывать, отклонять avvisa, tacka nej ทำให้ลดลง, ปฏิเสธ geri çevirmek, reddetmek bác bỏ, giảm 拒绝 ρ μετβ απορρίπτω [apo'ripto] αρνούμαι rejeterrefuser απορρίπτω μια πρόταση rejeter une proposition ρ μεσοπαθ απορρίπτομαι [apo'riptome] δε γίνομαι δεκτός être refusé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|