| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.730.253 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απορρύθμιση |
0,01 sec. |
|
απορρύθμιση deregulation ουσ θ απορρύθμιση [apo'riθmisi] αποσυντονισμός, αποδιοργάνωση dérèglement η απορρύθμιση της οικονομίας le dérèglement économique η απορρύθμιση του κλίματος le dérèglement climatique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|