απορώ

Μεταφράσεις

απορώ

wonderse demander, s'étonnerIk vraag me afوأتساءلЧудя се我不知道IhmettelenинтересноZastanawiam sięMi chiedoMe preguntoאני תוהה我不知道 (apo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αναρωτιέμαι Απορώ τι τον έπιασε.
2. παραξενεύομαι Απορώ με την επιτυχία του. Απόρησα που τους είδα ξανά μαζί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close