αποσβολωμένος

(προωθήθηκε από αποσβολωμένη)
Μεταφράσεις

αποσβολωμένος

(aposvolo'menos) αρσενικό

αποσβολωμένη

(aposvolo'meni) θηλυκό

αποσβολωμένο

penaud, pétrifiéمُتَحَجِّرٌztuhlý strachyforstenetversteinertpetrifiedpetrificadokauhun lamaannuttamaprestravljenpietrificatoすくむ놀라서 멍해진doodsbangforsteinetsparaliżowanyapavoradoоцепеневшийvettskrämdทำให้ตกตะลึงเพราะความกลัวödü kopmakchết điếng người吓呆了的 (aposvolo'meno) ουδέτερο
επίθετο
άφωνος από την έκπληξη μένω αποσβολωμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close