| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.023.360 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποσβολωμένος |
0,01 sec. |
|
|
αποσβολωμένος penaud, pétrifié متحجر zkamenělý forstenet versteinert petrified petrificado kauhun lamaannuttama skamenjen pietrificato すくむ 놀라서 멍해진 versteend forsteinet sparaliżowany apavorado оцепеневший vettskrämd ทำให้ตกตะลึงเพราะความกลัว ödü kopmak chết điếng người 吓呆了的
επίθ α / θ / ουδ αποσβολωμένος, αποσβολωμένη, αποσβολωμένο [aposvolo'menos, aposvolo'meni, aposvolo'meno] άφωνος από την έκπληξη interloqué/-éeinterdit/-ite μένω αποσβολωμένος rester bouche bée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|