αποσκοπώ

Μεταφράσεις

αποσκοπώ

(aposko'po)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
στοχεύω αποσκοπώ σε κτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close