αποσπώ

(προωθήθηκε από αποσπάω)
Μεταφράσεις

αποσπώ

(apo'spo)

αποσπάω

détourner, distrairedistract, elicit, extract, wean, wrench (apo'spao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παίρνω κτ παρά τη θέληση του άλλου αποσπώ χρήματα
2. παίρνω μετά από προσπάθεια αποσπώ μια υπόσχεση από κπ
3. τραβάω την προσοχή κάποιου αποσπώ την προσοχή κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close