Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.171.970 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αποσπώ
(προωθήθηκε από αποσπάω)

0,04 sec.
αποσπώ détourner, distraire, déchirer distract, elicit, extract, wean, wrench, rip up يمزق roztrhat rive i småstykker aufreißen hacer pedazos repiä palasiksi rasporiti fare a pezzi 破棄する 잡아 찢다 openbreken rive opp rozerwać rasgar разрывать riva sönder ดึงขึ้นอย่างแรง yırtmak xé rách 撕毁
ρμετβ αποσπώ, αποσπάω [apo'spo, apo'spao]
1 παίρνω κτ παρά τη θέληση του άλλου extorquer
αποσπώ χρήματα extorquer de l'argent
2 παίρνω μετά από προσπάθεια extorquer
αποσπώ μια υπόσχεση από κπ extorquer à qqn une promesse
3 τραβάω την προσοχή κάποιου attirer l'attention de qqn
αποσπώ την προσοχή κάποιου détourner l'attention de qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.