| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.025.802 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποσπασματικός |
0,02 sec. |
|
|
αποσπασματικός fragmentary
επίθ α / θ / ουδ αποσπασματικός, αποσπασματική, αποσπασματικό [apospazmati'kos, apospazmati'ci, apospazmati'ko] όχι ολοκληρωμένος fragmentaire αποσπασματικός λόγος un discours fragmentaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|