| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.026.513 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποσπώ |
0,01 sec. |
|
|
αποσπώ détourner, distraire, déchirer distract, elicit, extract, wean, wrench, rip up يمزق roztrhat rive i småstykker aufreißen hacer pedazos repiä palasiksi rasporiti fare a pezzi 破棄する 잡아 찢다 openbreken rive opp rozerwać rasgar разрывать riva sönder ดึงขึ้นอย่างแรง yırtmak xé rách 撕毁
ρμετβ αποσπώ, αποσπάω [apo'spo, apo'spao] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|