| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.358.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποστειρώνω |
0,02 sec. |
|
αποστειρώνω sterilize يُعَقِم sterilizovat sterilisere sterilisieren esterilizar sterilisoida stériliser sterilizirati sterilizzare 滅菌する 살균하다 steriliseren sterilisere wysterylizować esterilizar стерилизовать sterilisera ทำให้ปราศจากเชื้อ sterilize etmek khử trùng 消毒 ρ μετβ αποστειρώνω [aposti'rono] απολυμαίνω stériliser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|