αποστομώνω

Μεταφράσεις

αποστομώνω

(aposto'mono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αφήνω κπ άφωνο Με αυτό το επιχείρημα τον αποστόμωσα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close