Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.707.796 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αποσυνδέομαι

0,02 sec.
αποσυνδέομαι odhlásit (se) ze systému
αποσυνδέομαι logge ud
αποσυνδέομαι abmelden, ausloggen (sich)
αποσυνδέομαι log off, log out
αποσυνδέομαι cerrar sesión, salir del sistema
αποσυνδέομαι kirjautua ulos
αποσυνδέομαι se déconnecter
αποσυνδέομαι odjaviti se, odstupiti
αποσυνδέομαι scollegarsi, uscire
αποσυνδέομαι ログアウトする, ログオフする
αποσυνδέομαι 로그아웃하다, 로그오프하다
αποσυνδέομαι afmelden, uitloggen
αποσυνδέομαι logge av, logge ut
αποσυνδέομαι wylogować się
αποσυνδέομαι fazer logoff, terminar sessão
αποσυνδέομαι logga av, logga ut
αποσυνδέομαι บันทึกออกไป, ลงบันทึกปิด
αποσυνδέομαι oturum kapatmak
αποσυνδέομαι thoát ra, truy xuất
αποσυνδέομαι 登出


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.