αποσυνδέω

Μεταφράσεις

αποσυνδέω

disconnectmalkonektidéconnecterيَفْصِلُodpojitafbrydetrennendesconectarirrottaa toisistaanisključitisconnettere接続を断つ분리하다afsluitenkople utrozłączyćdesconectar, desligarразъединятьavbrytaตัดขาดจากกันkesilmekngắt ra脱开 (aposin'ðeo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
διακόπτω τη λειτουργία αποσυνδέω ένα μηχάνημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close