| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.698.417 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποσυνδέω |
0,01 sec. |
|
αποσυνδέω disconnect malkonekti déconnecter يَفْصِل odpojit afbryde trennen desconectar irrottaa toisistaan isključiti sconnettere 接続を断つ 분리하다 afsluiten kople ut rozłączyć desconectar, desligar разъединять avbryta ตัดขาดจากกัน kesilmek ngắt ra 脱开 ρ μετβ αποσυνδέω [aposin'ðeo] διακόπτω τη λειτουργία débrancherdéconnecter αποσυνδέω ένα μηχάνημα débrancher un appareil αποσυνδέομαι [aposin'ðeome] se débrancherse déconnecter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|