Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.987.513 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αποσύρομαι

0,01 sec.
αποσύρομαι withdraw, resign, retire
αποσύρομαι se retirer, prendre sa retraite
αποσύρομαι يَتقَاعد
αποσύρομαι odejít do důchodu
αποσύρομαι gå på pension
αποσύρομαι in den Ruhestand treten
αποσύρομαι retirarse
αποσύρομαι jäädä eläkkeelle
αποσύρομαι umiroviti
αποσύρομαι andare in pensione
αποσύρομαι 退職する
αποσύρομαι 퇴직하다
αποσύρομαι met pensioen gaan
αποσύρομαι pensjonere (seg)
αποσύρομαι zdymisjonować
αποσύρομαι aposentar, reformar-se
αποσύρομαι pensionera sig
αποσύρομαι เกษียน
αποσύρομαι emekli olmak
αποσύρομαι nghỉ hưu
αποσύρομαι 退休


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.