| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.987.513 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποσύρομαι |
0,01 sec. |
|
αποσύρομαι se retirer, prendre sa retraite αποσύρομαι يَتقَاعد αποσύρομαι odejít do důchodu αποσύρομαι gå på pension αποσύρομαι in den Ruhestand treten αποσύρομαι retirarse αποσύρομαι jäädä eläkkeelle αποσύρομαι umiroviti αποσύρομαι andare in pensione αποσύρομαι 退職する αποσύρομαι 퇴직하다 αποσύρομαι met pensioen gaan αποσύρομαι pensjonere (seg) αποσύρομαι zdymisjonować αποσύρομαι aposentar, reformar-se αποσύρομαι выходить на пенсию αποσύρομαι pensionera sig αποσύρομαι เกษียน αποσύρομαι emekli olmak αποσύρομαι nghỉ hưu αποσύρομαι 退休 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|