| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.047.324 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αποταμιεύω |
0,01 sec. |
|
|
αποταμιεύω save, put aside يَدخِر dát (si) peníze stranou lægge til side beiseite legen dejar a un lado säästää mettre de côté staviti sa strane mettere da parte 取っておく 한쪽에 두다 opzijzetten legge til side odłożyć deixar de lado, pôr de lado откладывать lägga åt sidan วางไว้ข้างหนึ่ง biriktirmek tiết kiệm 撇开
ρ μετβ αποταμιεύω [apotami'evo] κάνω οικονομίες épargner Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|