αποτελειώνω

Μεταφράσεις

αποτελειώνω

(apote'ʎono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ολοκληρώνω Αφησέ με να αποτελειώσω τη φράση μου.
2. μεταφορικά σκοτώνω κπ Toν αποτελείωσε με το πιστόλι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close