| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.661.635 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αποτελώ |
0,02 sec. |
|
αποτελώ constitute, make up, compose constituer ρ αμετβ αποτελώ [apote'lo] είμαι constituer αποτελώ εξαίρεση constituer une exception ρ μεσοπαθ αποτελούμαι [apote'lume] έχω posséder Η ομάδα αποτελείται μόνο από άντρες. L'équipe est constituée uniquement d'hommes. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|