αποτρέπω

Μεταφράσεις

αποτρέπω

avert, dissuade, prevent, deter, foil, scotchdissuader, prévenir (apo'trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εμποδίζω αποτρέπω έναν κίνδυνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close