αποτραβηγμένος

(προωθήθηκε από αποτραβηγμένη)
Μεταφράσεις

αποτραβηγμένος

(apotaviɣ'menos) αρσενικό

αποτραβηγμένη

(apotraviɣ'meni) θηλυκό

αποτραβηγμένο

(apotraviɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
ξεκομμένος Ζει αποτραβηγμένος από τον κόσμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close