| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.071.403 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
απουσιάζω |
0,02 sec. |
|
απουσιάζω be absent, absent s'absenter ρ αμετβ απουσιάζω [apusi'azo] λείπω être absent/-entes'absenter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|